Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2016

ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΤΑ... ΚΟΡΟΙΔΑ ΤΗΣ T.V.


Το λες για ανέκδοτο. Κι όμως δεν είναι αστείο. Ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ο Ιβάν Σαββίδης έβαλαν πολύ βαθειά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να πάρουν άδεια τηλεοπτική. Για ποιό λόγο; Εδώ είναι που κουφαίνεσαι. Για να βοηθήσουν τις πτωχές, πλην τίμιες και καθωσπρέπει ομάδες της Β’ εθνικής.
Που να το πεις! Στην Αλβανία να το πεις και στα Σκόπια, θα σε πάρουν στο κυνήγι. Στην Ελλάδα το λες. Στη χώρα που ακόμα κυριαρχεί η ψυχογραφία του λαμογισμού στο ποδόσφαιρο. Στο...επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μάλιστα.
Δεν υπάρχει σάλιο στην Β’ εθνική. Μαντήλι να κλάψουν δεν έχουν. Ούτε χαρτομάντηλο, σου λεω. Γιατί; Επειδή οι ομάδες δεν πουλάνε. Και τα λεφτά που κονομάγανε κάποιοι από στημένους αγώνες δεν πήγαιναν στις...ανώνυμες εταιρείες της Β’ εθνικής.
Και σκέφθηκαν το σόκιν να το κάνουν πράξη. Για να έχουν έσοδα τηλεοπτικά να απευθυνθούν σε δύο ανθρώπους με εμπλοκή στο ποδόσφαιρο που είναι και εν δυνάμει υποψήφιοι καναλάρχες. Στο Νο1 κορόιδο Μαρινάκη και στο Νο2 κορόιδο Σαββίδη. Να αγοράσουν αυτοί τα παιχνίδια της Β' εθνικής. Δηλαδή;
Να μην παρουσιάσουν οι νέοι καναλάρχες προϊόν Α' εθνικής. Να φτιάξουν κανάλι Β' εθνικής. Με τηλεθέαση Β' εθνικής.

-ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΣ


πηγή: Intime
Αναμενόμενο. Καμία έκπληξη που έγινε κι αυτό. Να βρεθεί το ποδόσφαιρο σε αδιέξοδο. Να φρακάρει, να μην είναι εφικτό να ξεφύγει, να κερδίσει κι άλλο χρόνο το παρακράτος που πάντα έχει τον πρώτο λόγο στο ποδόσφαιρο.
Το παρακράτος, βέβαια. Όχι το κράτος. Ούτε οι ομάδες. Το αδιέξοδο οφείλεται στο ότι το κράτος είναι της πλάκας. Με άτομα σε πόστα εντελώς ανίκανα. Άσχετα. Κυρίως αδιάφορα. Με σκόπιμη αδιαφορία. Δεν τους ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο.
Γι΄ αυτό παίζει μπάλα το παρακράτος. Ποιος το λέει αυτό; Η κυβέρνηση! Δεν λένε κάτι άλλο οι λειτουργοί της κυβερνητικής εξουσίας. Μιλάνε ξεκάθαρα για παρακράτος. Όπως και ο Μαρινάκης, ο πρωταθλητής την τελευταία εξαετία. Φόρα παρτίδα ο μεγαλομέτοχος του Ολυμπιακού μιλάει για παρακράτος που έχει στο σημάδι τον ίδιον και την ΠΑΕ του.
Έχει δίκιο ο Μαρινάκης, όπως και ο Αλαφούζος έχει δίκιο, όταν κι αυτός ανοικτά μιλάει για παρακράτος που βλάπτει το ποδόσφαιρο και τον Παναθηναϊκό.
Έτσι είναι. Το υπογράφει το ίδιο και η παλιοσειρά Δημήτρης Μελισσανίδης. Ότι το ποδόσφαιρο είναι Ο-ΛΟ-ΚΛΗ-ΡΩ-ΤΙ-ΚΑ στις τανάλιες του παρακράτους. Από κοντά και ο ΙΒάν Σαββίδης, που επαναλαμβάνει τα γνωστά περί μαφίας.
Μην το προχωρήσουμε ακόμα παραπέρα. Για πιο σκληρές αλήθειες. Το ακροατήριο δεν είναι έτοιμο να δεχθεί αλήθειες που καίνε. Που ενοχοποιούν και τους “φιλάθλους”, αυτούς που για το “καλό της ομαδάρας” τους κλείνουν μάτια και αυτιά. Και συγχωρούν εγκλήματα.
Ποιο καλό της ομάδας σου, ρε φουκαρά, όταν έχει διαλυθεί η χώρα σου και καραξευτυλίζεται και με τα όργια στο ποδόσφαιρο.
Επί του θέματος. Ένα είναι το θέμα, όχι το παρακράτος που πραγματικά βρίσκεται σήμερα σε… δύσκολη θέση με την κόντρα ανάμεσα στις “4” μεγάλες ομάδες. Το θέμα είναι το κράτος. Η ανυπαρξία του κράτους. Και το ότι κάποιοι κυβερνητικοί λειτουργοί κυκλοφορούν με… μπιζέλια. Όχι με όρχεις κανονικού μεγέθους.

Τζορτζ Μπεστ - Το πέμπτο σκαθάρι

Τζορτζ Μπεστ - Το πέμπτο σκαθάρι



«Υπάρχουν τρεις τρόποι για να πετύχει κανείς ένα γκολ: Ο εύκολος, ο δύσκολος και ο τρόπος του Μπεστ». Δεν θυμάμαι ακριβώς από ποιο στόμα βγήκε αυτή η τόσο εύστοχη παρατήρηση, αλλά σίγουρα αντικατοπτρίζει το ποδοσφαιρικό μεγαλείο εκείνου το φανταστικού Β. Ιρλανδού ποδοσφαιριστή.
Δυστυχώς, όταν ο άσος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και της Εθνικής Β. Ιρλανδίας μεγαλουργούσε στα γήπεδα της Αγγλίας και όλης της Ευρώπης, ο πατέρας μου δεν είχε καν γνωρίσει τη μητέρα μου. Και όταν το 1983 αγωνίστηκε για τελευταία φορά σαν επαγγελματίας με την φανέλα της Μπόρνμουθ, μόλις είχα κλείσει τα 5. Ευτυχώς που η τεχνολογία κάνει θαύματα στις μέρες μας, και μετά από επίπονη και συστηματική προσπάθεια κατόρθωσα να συλλέξω σχεδόν όλα τα παιχνίδια του αείμνηστου Μπεστ. Ώρες ατελείωτες ξόδεψα χαζεύοντας μπροστά στην οθόνη, τις περίτεχνες ενέργειες και τα ασύλληπτα γκολ ενός γητευτή της μπάλας, που παρόλο που δεν είχε μελαψό δέρμα και δεν καταγόταν από την Λατινική Αμερική, θα μπορούσε άνετα να μπει στο πάνθεον των 5 καλύτερων ποδοσφαιριστών του κόσμου.
Η ιστορία της ζωής του αποτελεί σενάριο ταινίας. Γεννήθηκε στο ταλαιπωρημένο Μπέλφαστ από τον λιμενεργάτη Ντίκι και την εργάτρια σε καπνοβιομηχανία Άννα το φθινόπωρο του 1946. Μέλος μιας πολυπληθούς οικογένειας που με το ζόρι τα έβγαζε πέρα. Λεπτός λες και με το παραμικρό θρόισμα του ανέμου, θα μπορούσε να σκορπίσει σε χίλια κομμάτια. Αλλά με τεράστιο ταλέντο. Τέτοιο που όταν έπαιζε με τους φίλους του στην αλάνα της γειτονιάς του, «ανάγκαζε» τους γείτονες και τους περαστικούς να παρακολουθούν με αμείωτο ενδιαφέρον την εξέλιξη του αγώνα.
Πριν καλά-καλά συμπληρώσει τα 13 του χρόνια, ο τεχνικός της Κρέγκαχ, Μπόις Χιού ΜακΦάρλαν πείθει τον Μπεστ να ενταχθεί στην ομάδα. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, ο σκάουτερ της Μ. Γιουνάιτεντ Μπομπ Μπίσομπ, βρίσκεται στις κερκίδες για να παρακολουθήσει από κοντά το ανερχόμενο αστέρι. Σίγουρος για τις ικανότητες του Μπεστ, εισηγείται σον Ματ Μπάσμπι την απόκτηση του, αγνοώντας την κρίση των παραγόντων της εθνικής Β. Ιρλανδίας αλλά και της Λιντς. «Πολύ μικρός, πολύ ελαφρύς και χωρίς τα φυσικά προσόντα να παίξει», είχαν αποφανθεί τότε χωρίς να γνωρίζουν πόσο έξω θα έπεφταν στη συνέχεια.
Τον Ιούλιο του 1961, ο Μπεστ μπαίνει στο φέρυ - μπόατ για το Μάντσεστερ αλλά προτού προλάβει να πατήσει το χορτάρι του γηπέδου, αποφασίζει να γυρίσει πίσω στο Μπέλφαστ. Όση άνεση και αυτοπεποίθηση ένιωθε εντός αγωνιστικού χώρου, άλλη τόση ανασφάλεια ένιωθε εκτός αυτού. Ήταν ένα συναίσθημα που θα τον ακολουθούσε σε όλη την καριέρα του σαν ποδοσφαιριστής, και που θα τον οδηγούσε τελικά στο αυτοκαταστροφικό μονοπάτι της αποξένωσης και του αλκοολισμού. Τελικά, ο πατέρας του φρόντισε να βάλει τον μικρό στον σωστό δρόμο, και έπειτα από νέα επικοινωνία με τον Ματ Μπάσμπι κατάφερε να τον βάλει ξανά στο καράβι για το Μάντσεστερ. Το ταξίδι προς τη δόξα είχε ήδη ξεκινήσει.
Όπως λέει και ένα σοφό γνωμικό «Κάθε αρχή και δύσκολη» και φυσικά το ξεκίνημα του νεαρού Μπεστ στους «μπέμπηδες» δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Αν και δουλεύει σκληρά, στα τρία χρόνια που πέρασαν από τότε που μετακόμισε στο Μάντσεστερ, δεν έχει καταφέρει να αγωνιστεί ακόμα στην πρώτη ομάδα και ήδη ο πατέρας του προετοιμάζει το έδαφος για την επιστροφή του νεαρού Μπεστ στο Μπέλφαστ. Μάλιστα, του είχε εξασφαλίσει και δουλεία σε ένα τυπογραφείο της γειτονιάς, ωστόσο ο Μπάσμπι είχε διαφορετική άποψη. «Δεν πρόκειται να τη χρειαστεί» είχε πει σε ιδιωτική συνομιλία με τον Ντίκι Μπεστ και σχεδόν αμέσως έκανε το λόγο του πράξη. Το καλοκαίρι του 1963 υπογράφει επαγγελματικό συμβόλαιο με την ομάδα και κάνει το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα απέναντι στη Γουέστ Μπρόμγουιτς, στις 14 Σεπτεμβρίου. Ο ίδιος δεν το περίμενε, καθώς δεν συμπεριλαμβανόταν στην αρχική ενδεκάδα, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ο Ίαν Μόιρ τραυματίστηκε λίγο πριν την έναρξη του παιχνιδιού, και ο Μπάσμπι δίνει εντολή στον νεαρό Μπεστ να βγει για ζέσταμα με τους βασικούς. Η Γιουνάιτεντ κερδίζει το παιχνίδι με 1-0 και ο νεαρός Μπεστ βγάζει μάτια με την απόδοση του σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, αλλά ο ίδιος δεν δείχνει ευχαριστημένος. Στο επόμενο παιχνίδι σαν βασικός εναντίον της Μπάρνλεϊ ο Μπεστ, πετυχαίνει το πρώτο του γκολ και οι «μπέμπηδες» κερδίζουν με 5-1. Από τότε και έπειτα ο Μπεστ θα ξεχάσει τι πάει να πει πάγκος.
Το παιχνίδι που καθιέρωσε τον Τζορτζ Μπεστ στην συνείδηση όλης των Άγγλων φιλάθλων, έμελλε να έρθει ακριβώς ένα χρόνο αργότερα. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1964, η Τσέλσι υποδέχεται την Μάντσεστερ στο Στάμφορντ Μπριζ. Το γήπεδο έχει κατακλυστεί από 62.000 θεατές και όλοι αναμένουν με αγωνία την έναρξη του αγώνα. Οι «κόκκινοι διάβολοι», έπειτα από σπουδαίο παιχνίδι, επικρατούν με 2-0 και ο Μπεστ δίνει το προσωπικό του ρεσιτάλ στον αγωνιστικό χώρο. Στο τέλος αποθεώνεται από όλο το γήπεδο και ο ίδιος παραδέχεται - αργότερα σε συνέντευξη του- ότι η ατμόσφαιρα του γηπέδου και το όνομα του αντιπάλου κατά κάποιον τρόπο τον συγκινούσαν. Στην κυριολεξία, ζούσε και πέθαινε γι’ αυτές τις αναμετρήσεις. Όμως τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμα. θα ερχόντουσαν δυο χρόνια αργότερα.
Στις 9 Μαρτίου του 1966 στο - γνωστό πλέον σε όλους τους Έλληνες - Ντα Λουζ της Λισσαβόνας η Μπενφίκα υποδέχεται την Γιουνάιτεντ για τα προημιτελικά του κυπέλου πρωταθλητριών. Οι «μπέμπηδες», αν και δεν το παραδέχονταν, φοβούνταν ιδιαίτερα το παιχνίδι, και όχι αδίκως. Οι «αετοί» διέθεταν ένα αξιοζήλευτο σύνολο, και είχαν αποδειχθεί σκληρό καρύδι στο πρώτο αγώνα στο Μάντσεστερ όπου οι Άγγλοι επικράτησαν με 3-2. Ο Μπάσμπι εφιστά την προσοχή των παικτών του στο να μην παρασυρθούν και να μείνουν συγκεντρωμένοι, διότι οι Πορτογάλοι δεν αστειεύονταν. Φυσικά ο Μπεστ είχε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια τις οδηγίες του προπονητή του, και πριν καλά-καλά συμπληρωθούν 12 λεπτά παιχνιδιού, έχει ήδη «τρυπήσει» δύο φορές την άμυνα της Μπενφίκα. Τελικά η Μάντσεστερ συντρίβει με 5-1 τους Πορτογάλους και την επόμενη μέρα, όλες οι ντόπιες εφημερίδες κάνουν λόγο για τον «Ελ Μπιτλ», λόγω του παρουσιαστικού του Μπεστ που ταίριαζε κατάλληλα με το στυλ της μεγάλης μπάντας απ’ το Λίβερπουλ, η οποία μεσουρανούσε εκείνη την εποχή. Κατά την επιστροφή της ομάδας στο Μάντσεστερ, ο κόσμος έχει πλημμυρίσει το αεροδρόμιο και μόλις ο Μπεστ κατεβαίνει τη σκάλα φορώντας στο κεφάλι ένα σομπρέρο, οι ρεπόρτερ τρίβουν τα χέρια τους. Το «πέμπτο σκαθάρι» όπως τον ονόμασαν, είχε πραγματοποιήσει ίσως την καλύτερη εμφάνιση σε όλη την καριέρα του σαν ποδοσφαιριστής και δικαίως απολάμβανε τη διεθνή καταξίωση. Τα φώτα της δημοσιότητας ζαλίζουν το νεαρό στράικερ. Γίνεται πρωτοσέλιδο, και οι προτάσεις για διαφημίσεις έρχονται η μία μετά την άλλη. Το αγγλικά ταχυδρομεία, μεταφέρουν με ειδικό φορτηγάκι τα γράμματα που καταφθάνουν σωρηδόν από χιλιάδες νεαρές θαυμάστριες. Ο Μπεστ είναι πλέον μόδα. Το «σταρ σύστεμ» της εποχής δεν ήταν έτοιμο να διαχειριστεί τόση δημοσιότητα, και φυσικά εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι ασφαλιστικές δικλείδες που υπάρχουν σήμερα και προστατεύουν τους παίκτες σε ανάλογες περιπτώσεις. Κάπου εκεί ο Μπεστ, μυείται στο κόσμο του αλκοολισμού.
Εκείνα τα χρόνια, ήταν γενικά αποδεκτό για όλους τους παίκτες να πίνουν ένα και δύο ποτηράκια. Γενικά η ζωή των ποδοσφαιριστών τότε, δεν απαιτούσε τόσες θυσίες όσο απαιτεί σήμερα. Οι ρυθμοί του αθλήματος εκείνης της εποχής, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τις αυξημένες υποχρεώσεις των παικτών του σύγχρονου ποδοσφαίρου, τόσο αγωνιστικά όσο και έξω-αγωνιστικά. Ο Μπεστ, γέννημα θρέμμα του Μπέλφαστ είχε μεγαλώσει στην ανέχεια και τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν και τα καλύτερα. Από μικρός ένιωθε μοναξιά και όταν μεγάλωσε άρχισε να πνίγει την μοναξιά του στο ποτό. Αργότερα, θα έπινε και για ρίξει κάποια κοπέλα σ’ ένα μπαρ αλλά ποτέ πριν από αγώνα. Ήθελε πάντα να είναι ο καλύτερος και για να το κάνει αυτό, έπρεπε να μένει νηφάλιος. Το ποδόσφαιρο ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο έκοβε το ποτό. Ήταν το μόνο πράγμα που τον έκανε να νιώθει ζωντανός.
Αγωνιστικά, τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά για τους «μπέμπηδες». Η Γιουνάιτεντ αποκλείστηκε από την Παρτιζάν στα ημιτελικά του κυπέλου πρωταθλητριών και έχασε το πρωτάθλημα. Ο Μπεστ υπέφερε από ένα τραυματισμό στο γόνατο, με συνέπεια να χάσει πολλά παιχνίδια. Απαλλαγμένος από τις αγωνιστικές υποχρεώσεις, άρχισε τα ταξίδια ανά τον κόσμο. Σε ένα από αυτά γνώρισε την Μαγιόρκα, τον προσωπικό του παράδεισο όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια. Ατέλειωτα ξενύχτια, αμέτρητες γυναίκες και άφθονο αλκοόλ ήταν σε ημερησία διάταξη στη ζωή του Μπεστ. Όταν ο Μπάσμπι τον καλούσε στο γραφείο του για τον καθιερωμένο «εξάψαλμο», ο Μπεστ έμοιαζε να ακούει με προσοχή τις παρατηρήσεις του. Στην πραγματικότητα όμως, μετρούσε τα ζωάκια που βρίσκονταν στην ταπετσαρία του τοίχου, ακριβώς από πίσω από το γραφείο του προπονητή. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Μπεστ τι θυμάται περισσότερο από εκείνες τις «συζητήσεις», εκείνος απάντησε: «Μια φορά η κατσάδα και το βρίσιμο ήταν τόσο μεγάλης διάρκειας, που πρόλαβα να μετρήσω όλα τα ζωάκια στην ταπετσαρία», προκαλώντας τα γέλια των παρευρισκομένων.
Το 1968 ήταν η χρονιά ορόσημο στην ιστορία της Μάντσεστερ, αφού συμπληρώνονταν 10 χρόνια από το τραγικό δυστύχημα του Μονάχου το 1958. Ο Μπάσμπι, ένας από τους διασωθέντες της αεροπορικής τραγωδίας είχε δώσει την υπόσχεση, ότι μετά από 10χρόνια η Γιουνάιτεντ θα κατακτούσε το πρωτάθλημα Ευρώπης. Είχε έρθει λοιπόν η στιγμή, να αποδείξει ότι το εννοούσε. Το στοίχημα ήταν μεγάλο, αλλά οι «κόκκινοι διάβολοι» δείχνουν αποφασισμένοι. Αφού ξεπέρασαν εύκολα το εμπόδιο της Μαλτέζικης Χιμπέρνιαν και εν συνεχεία τη Σαράγεβο, στα ημιτελικά βρίσκονται αντιμέτωποι με το «θηρίο» που λεγόταν Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Μπάσμπι δείχνει ανήσυχος, έπειτα και από το ρευστό 1-0 του Όλντ Τράφορντ, με γκολ του Μπεστ. Στον επαναληπτικό της Μαδρίτης, οι φόβοι του επιβεβαιώνονται. Οι Άγγλοι βρίσκονται πίσω στο σκορ με 3-1 στο ημίχρονο και οι Ισπανοί μοιάζουν το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Στο δεύτερο ημίχρονο όμως η Γιουνάιτεντ με αντεπίθεση διαρκείας, γυρίζει το παιχνίδι ισοφαρίζοντας σε 3-3 και παίρνει πανηγυρικά την πρόκριση για τον τελικό της διοργάνωσης, οπού θα βρει αντιμέτωπη για άλλη μια φορά με την Μπενφίκα. Ο μεγάλος τελικός ξεκινά με τους μπέμπηδες να παίρνουν από νωρίς το προβάδισμα με γκολ του Μπόμπι Τσάρλτον. Όμως οι Πορτογάλοι ισοφαρίζουν και στέλνουν τα ματς στην παράταση. Εκεί, αναλαμβάνει δράση ο Μπεστ, ο οποίος με ένα πανέμορφο πλασέ και αφού πρώτα είχε αδειάσει τον τερματοφύλακα της Μπενφίκα, δίνει ξανά το προβάδισμα στους «κόκκινους διάβολους». Οι Πορτογάλοι καταρρέουν και οι Άγγλοι σημειώνουν άλλα 2 τέρματα για να επικρατήσουν τελικά με 4-1. Η Μάνστεστερ, κατακτά την κορυφή της Ευρώπης, ακριβώς όπως είχε υποσχεθεί ο Μπάσμπι. Ο Μπεστ, την ίδια χρονιά ανακηρύσσεται καλύτερος παίκτης, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Η αντίστροφη μέτρηση όμως για κείνον έχει αρχίσει. 
Τα χρόνια που ακολούθησαν, βρήκαν τους πρωταθλητές Ευρώπης σκιά του καλού τους εαυτού. Ο Μπάσμπι είχε γεράσει και αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα με την υγεία του. Η Μάντσεστερ αναζητούσε λύση για τον πάγκο αλλά κανένας δεν ήθελε να έχει τον Μπάσμπι πάνω από το κεφάλι του. Η διοίκηση της ομάδας δεν έκανε ανανέωση με παίκτες που θα μπορούσαν έστω και να συγκριθούν με τις δόξες του παρελθόντος και η πτώση είχε αρχίσει. Ο Μπεστ μοιάζει να παλεύει μόνος του. Σκοράρει σε πολλούς αγώνες, αλλά εξαιτίας των πολλών προβλημάτων που μαστίζουν την ομάδα, γίνεται καταθλιπτικός και είναι επιρρεπής σε ακραίες ενέργειες. Οι αποβολές πέφτουν βροχή για τον άσσο της Γιουνάιτεντ, ο οποίος βρίσκει καταφύγιο στο ποτό. Από κει και έπειτα, θα μετατραπεί σε ξένο σώμα για τον σύλλογο. Χάνει προπονήσεις, και είναι αδικαιολόγητα απών από μεγάλα ματς. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς, είναι το περιστατικό του 1971, όπου σε ένα αγώνα ενάντια στην Τσέλσι και ενώ η αποστολή της Μάντσεστερ έχει επιβιβαστεί στο τρένο για το Λονδίνο, εκείνος ζει τον παράφορο έρωτα του με την ηθοποιό Σίνεντ Κιούζακ. Τα Αγγλικά τάμπλοιντς οργιάζουν και η διοίκηση των τιμωρεί με αποκλεισμό 2 αγωνιστικών. Δεν μοιάζει να πτοείται και συνεχίζει τον άσωτο βίο του. Όπως εξομολογείται στο στενό του περιβάλλον, η Γιουνάιτεντ δεν αποτελεί πια γι’ αυτόν πόλο έλξης. Από το κρεβάτι του θα περάσουν κάμποσες σταρ της εποχής, και τα σκουπίδια έξω από το σπίτι του είναι γεμάτα από άδειες μπουκάλες ουίσκι. Παραδέχεται, ότι καταναλώνει τουλάχιστον ένα μπουκάλι σε καθημερινή βάση. Σκέφτεται προς στιγμήν, να σταματήσει να αγωνίζεται για τους «μπέμπηδες» αλλά σύντομα αναθεωρεί.
Στο τέλος της περιόδου του 1972, η διοίκηση της ομάδας τον βάζει στη λίστα των υπό μεταγραφή παικτών. Ήταν ένα ισχυρό σοκ που συγκλόνισε τον Μπεστ, με αποτέλεσμα την επόμενη περίοδο να δηλώσει παρών στην προετοιμασία της ομάδας και να ξαναπαίξει σε κάποια παιχνίδια. Για άλλη μια φορά όμως, το ποτό τον ξανακερδίζει και τα πρόστιμα πέφτουν βροχή. Τον Ιανουάριο του 1973 φαίνεται ότι έχει πιάσει πάτο. Κατηγορείται για επίθεση εναντίον μιας σερβιτόρας και τον δικαστήριο τον κηρύσσει ένοχο, πλήττοντας σοβαρά την ήδη κατηφορική πορεία της καριέρας του. Τον Ιανουάριο του 1974, παίζει το τελευταίο του παιχνίδι με τα χρώματα της Μάντσεστερ. Κάπου εκεί αρχίζει το γαϊτανάκι.
Αγωνίζεται στις: Τζιούις Γκλιντ, Στόκπορτ Κάουντι, Κόρκ Σέλτικ, Φούλαμ, Χιμπέρνιαν, Μπόρνμουθ, Μπρίσμπεϊν Λάιονς, Λος Άντζελες Άζτεκς, Φορτ Λότερντεϊλ Στράικερς, Σαν Χοσέ Έρθκουέικς και πολλές άλλες ομάδες σε φιλικά ή παιχνίδια επιδείξεων. Αν εξαιρεθούν οι Φούλαμ, Χιμπέρνιαν και Άζτεκς στις υπόλοιπες ομάδες είχε το πολύ ένα-δυο εμφανίσεις. Οι διοικήσεις των ομάδων του έλεγαν απλά να εμφανιστεί στο γήπεδο την ημέρα του αγώνα. Τα γήπεδα γέμιζαν μόνο και μόνο για να δουν τον Μπεστ. Μετά είτε τον έδιωχναν με τη δικαιολογία ότι πίνει είτε ο ίδιος αποχωρούσε. Οι συμφωνίες άλλωστε είχαν να κάνουν με πληρωμή ανά παιχνίδι.
Το 1978 αν και χάνει τη μητέρα του από αλκοολισμό, δεν παραδειγματίζεται και εξακολουθεί να πίνει συνεχώς. Το 1983, παίζει το τελευταίο του παιχνίδι σαν επαγγελματίας με την Μπόρνμουθ και ενώ δυο χρόνια νωρίτερα το Βρετανικό δημόσιο τον έχει κηρύξει σε πτώχευση λόγω χρεών στην εφορία. Το 1984 φυλακίζεται για τρεις μήνες, με την κατηγορία της οδήγησης σε κατάσταση μέθης. Το 1985 και αφού έχει περάσει πολλές περιπέτειες, αποφασίζει να εργαστεί σαν σχολιαστής ποδοσφαιρικών αγώνων. Το 1990 γελοιοποιείται διεθνώς, όταν εμφανίζεται σε μια τηλεοπτική εκπομπή μεθυσμένος, βρίζοντας όποιον έβλεπε μπροστά του. Με την βοήθεια της τότε κοπέλας του Μαίρη Σατίλα, κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να κόψει το ποτό και καταφέρνει να αποσύρει την κήρυξη σε πτώχευση. Ξεκινάει περιοδείες σε όλο τον κόσμο, κερδίζοντας πολλά χρήματα τα οποία όμως χάνει στο ποτό, στο τζόγο και τις γυναίκες. Το 1995 παντρεύτηκε την κατά 26 χρόνια μικρότερη του Άλεξ Πέρσεϊ. Ήταν ο δεύτερος γάμος του μετά από αυτόν με την Άντζελα Μακ Ντόναλντ το 1978 με την οποία απέκτησε το 1981 το μοναδικό του παιδί τον Κάλουμ.
Το 2001 η εκπομπή Μάντσεστερ Ίβινινγκ Νιουζ Σάντεϊ Πίνκ Πάνελ τον ανακηρύσσει κορυφαίο ποδοσφαιριστή της Μάντσεστερ την τελευταία πεντηκονταετία. Το 2002 νοσηλεύεται με προβλήματα στο συκώτι. Οι γιατροί του συστήνουν να σταματήσει το ποτό. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία δέκα κυρίως χρόνια της ζωής του έκανε πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να κόψει το ποτό. Καταφέρνει για ένα διάστημα να στρώσει τη ζωή του σταματάει το ποτό και κάνει μεταμόσχευση ήπατος το 2002.
Κερδίζει το βραβείο για την προσωπικότητα της χρονιάς που απονέμει το  BBC, αρθρογραφεί, συμμετέχει στις εκπομπές του Σκάι Σπορτς και όλα δείχνουν να έχουν πάρει επιτέλους, καλή τροχιά. Το 2003 ανακοινώνει ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων πουλάει τα μετάλλια του και ξαναπέφτει στο ποτό. Το 2004 η Άλεξ τον χωρίζει μετά από μια κλήση που πήρε επειδή οδηγούσε μεθυσμένος.
Την 1η Οκτωβρίου 2005, εισάγεται στο νοσοκομείο υποφέροντας από λοίμωξη των νεφρών. Στις 25 Νοεμβρίου στον κρισιμότερο αγώνα της ζωής του ενάντια στο θάνατο, ηττάται και αφήνει την τελευταία του πνοή στις 12:55 μμ.
Λίγους μήνες πριν από το μοιραίο, ο Τζορτζ Μπεστ είχε παραχωρήσει συνέντευξη σε ένα από τα μεγαλύτερα Ιταλικά περιοδικά, όπου χαρακτήριζε την ζωή του, υπέροχη. «Δεν πιστεύω ότι κατέστρεψα αυτό που ονομάζουμε ταλέντο. Έπαιξα δώδεκα χρόνια στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και κέρδισα τα πάντα. Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο εκτός ίσως από το να παίξω ποδόσφαιρο για μεγαλύτερο διάστημα σε υψηλό επίπεδο. Όμως έπαιξα στις Η.Π.Α για οκτώ χρόνια, όπου πέρασα πραγματικά σπουδαία. Πραγματοποίησα όλα όσα είχα σκοπό να κάνω. Είναι αλήθεια φίλε μου, η ζωή μου ήταν πραγματικά σπουδαία. Όταν ξεκίνησα, η Αγγλία ήταν σπουδαίο μέρος. Ο κόσμος άρχισε να αφήνει τα μαλλιά του μακριά - όπως και εγώ - η μουσική υπέροχη και η μόδα εκθαμβωτική. Ακόμα και το ποδόσφαιρο δεν ήταν κακό. Κερδίσαμε το Ευρωπαϊκό Κύπελλο, και κάθε χρόνο πρωταθλήτρια Αγγλίας ήταν και μια διαφορετική ομάδα. Τώρα υπάρχει μόνο η Άρσεναλ και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Είναι πραγματικά βαρετό... Στο ντεμπούτο μου με την φανέλα της Μάντσεστερ, ότι ονειρεύτηκα στη ζωή μου ήταν πραγματικότητα. Είχα ονειρευτεί να παίξω ποδόσφαιρο με τους καλύτερους και η Μάντσεστερ ήταν πραγματικά η καλύτερη. Θυμάμαι κάθε λεπτό, κάθε εικόνα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις κραυγές των οπαδών της Μάντσεστερ. Προχωρούσα στο τούνελ και όσο έφτανα προς τον αγωνιστικό χώρο, γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές. Ήταν η μέρα μου και όταν το παιχνίδι τελείωσε, δεν τα είχα πάει άσχημα. Ένιωθα ηλεκτρισμένος».
Ο Τζορτζ Μπεστ, αποτέλεσε ίνδαλμα για πολλούς παίκτες της μετέπειτα εποχής. Ο τρόπος που κινείτο εντός του γηπέδου, σε συνδυασμό με την ταχύτητα, την απαράμιλλη τεχνική, και το φαρμακερό σουτ προσέδωσαν στον βασιλιά των σπορ τη φινέτσα και το κύρος που τόσο του έλειπαν. Ίσως αυτή η άποψη να βρίσκει αντίθετους, πολλούς λάτρεις της στρογγυλής θεάς. Κάποιοι θα πουν για το άστρο του Βραζιλιάνου βιρτουόζου της μπάλας Πελέ. Άλλοι πάλι θα αναφερθούν στην άστατη ζωή του Β. Ιρλανδού άσσου και στη σπατάλη μιας λαμπρής καριέρας. «Όταν όλα τελειώσουν, ο κόσμος θα με θυμάται μόνο για όσα έκανα εντός γηπέδου και όχι για όλα αυτά που έκανα εκτός αυτού», είχε πει κάποτε προφητικά ο αείμνηστος Μπεστ.
Η δική μου γνώμη είναι ότι το ταλέντο του Μπεστ, έμεινε αξεπέραστο μέχρι και την έλευση του μοναδικού Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Και αφού ο ίδιος ο Ντιεγκίτο, είχε παραδεχτεί σε συνέντευξη του ότι ο Μπεστ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για κείνον, είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω ότι ο Τζορτζ Μπεστ έρχεται δεύτερος μόνο μετά τον αργεντινό «ημίθεο».

124 ΧΡΟΝΙΑ ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ..!!

 στις 15 Μαρτίου του 1892, ιδρύθηκε η Λίβερπουλ, μια ομάδα που έμελε να εξελιχθεί σε δύναμη του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
H Ίδρυση
Δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα από την Λίβερπουλ, το 1878, είχε ιδρυθεί η Έβερτον η οποία αγωνιζόταν στο Άνφιλντ από το 1884. Ο ιδιοκτήτης του γηπέδου, Τζον Χούλντινγκ, ζήτησε το 1891 αύξηση του ενοικίου, με την τότε διοίκηση της Έβερτον να αρνείται να πληρώσει και να μετακομίζει στο Γκούντισον Παρκ, όπου αγωνίζεται μέχρι και σήμερα. Στο Άνφιλντ παρέμειναν μόλις 3 παίκτες της Έβερτον οι οποίοι αποτέλεσαν την βάση για να ιδρυθεί ο νέος ποδοσφαιρικός σύλλογος. Ο Χούλντινγκ διόρισε τον Τζον Μακ Κένα προπονητή και αγόρασε 13 Σκωτσέζους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές οι οποίοι μαζί με τους 3 εναπομείναντες αποτέλεσαν το πρώτο ρόστερ της ομάδας. Η αρχική ονομασία της ομάδας ήταν «Everton FC and Athletic Grounds Company plc», αλλά η αγγλική ομοσπονδία αρνήθηκε να την αναγνωρίσει με αυτό το όνομα, με αποτέλεσμα να μετονομασθεί σε «Liverpool FC». Ο πρώτος αγώνας της ομάδας έγινε στην έδρα της στις 3/9/1892 εναντίον της Higher Walton όπου η Λίβερπουλ επικράτησε με 8-0.
Η συμμετοχή στο πρωτάθλημα
Η Λίβερπουλ έκανε αίτηση συμμετοχής στο εθνικό πρωτάθλημα η οποία όμως αρχικά απορρίφθηκε. Έτσι ξεκίνησε να παίζει στο τοπικό πρωτάθλημα του Λάνκασιρ. Την πρώτη χρονιά κατάκτησε το πρωτάθλημα και τη δεύτερη το κύπελλο κερδίζοντας μάλιστα στον τελικό την συμπολίτισσα Έβερτον. Μετά από αυτές τις επιτυχίες κλήθηκε στο εθνικό πρωτάθλημα. Συμμετείχε στην δεύτερη κατηγορία, στο οποίο τερμάτισε αήττητη κερδίζοντας την άνοδο στην μεγάλη κατηγορία της Αγγλίας. Το 1896 τα χρώματα της ομάδας από μπλε και άσπρο άλλαξαν σε κόκκινο και άσπρο.
Οι δύο σερί τίτλοι και η... 24χρονη ξηρασία 
Μέχρι και την περίοδο 1921-22, η Λίβερπουλ δεν είχε να επιδείξει κάτι καλό αφού ο τελευταίος τίτλος της, ήταν αυτός του 1906 αλλά η δεκαετία του 1920 ήταν ένα πραγματικό όνειρο. Ο προπονητής που έφερε το πρωτάθλημα πίσω στο Άνφιλντ, ήταν ο David Ashworth, ο οποίος μέχρι πρότινος ήταν διαιτητής, και κατέκτησε δύο συνεχόμενους τίτλους (1921-22 και 1922-23).  Μέχρι και τη δεκαετία του 1930 η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή ήταν το 1928 με την αύξηση των θεατών στην κερκίδα του Kop στους 28.000 καθώς δεν κατέκτησε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια και τερμάτιζε στη μέση της βαθμολογίας. Η Λίβερπουλ έμεινε για 24 ολόκληρα χρόνια χωρίς τίτλο.
Το πρωτάθλημα, ο Paisley και ο υποβιβασμός 
Η... ξηρασία τελείωσε τη σεζόν 1946-47 με προπονητή των George Kay, ο οποίος έφερε δύο νεαρούς παίχτες, τον Billy Liddell και τον Bob Paisley ενώ με την προσθήκη του πολύ μεγάλου στράικερ Albert Stubbins ο τίτλος του πρωταθλητή Αγγλίας επιστρέφει στη Λίβερπουλ. Τρία χρόνια αργότερα ήρθε ακόμα μια επιτυχία για τους «κόκκινους» αφού με δύο γκολ των Liddell και Paisley αποκλείει στα ημιτελικά του Κυπέλλου την Έβερτον στο παραδοσιακό ντέρμπι του Μερσεϊσάιντ. Αντίπαλος στον τελικό ήταν η Αρσεναλ που κατέκτησε τον θεσμό με το αξιοσημείωτο της ιστορίας να είναι ότι στο ματς με τους «κανονιέρηδες» o Paisley τέθηκε εκτός ομάδας από το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. Η απογοήτευση του Άγγλου από τη συμπεριφορά της ομάδας ήταν έκδηλη και σκεφτόταν πολύ σοβαρά να αποχωρήσει. Την ίδια εποχή το συμβούλιο ανακοίνωσε ότι η ομάδα δεν είναι σε θέση να προσαρμοστεί με τη νέα εποχή και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμό που συνέβη το 1954 με το χειρότερο ρεκόρ στην κατηγορία.
Ο «χρυσοφόρος» Bill Shankly 
Το 1959 η διοίκηση της Λίβερπουλ δίνει τα ηνία της τεχνικής ηγεσίας στον Bill Shankly, ο οποίος ζήτησε και πήρε τον πλήρη έλεγχο των μεταγραφών. Έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα και αφού προσαρμόστηκε αναγνώρισε το ταλέντο του προπονητικού προσωπικού που απαρτιζόταν από τους Paisley, Fagan και Bennett. Το 1962 οι «κόκκινοι» επιστρέφουν στην πρώτη κατηγορία αφού κατέκτησαν τον τίτλο της δεύτερης. Ο πρώτος στόχος υλοποιήθηκε (άνοδος) και ο αμέσως επόμενος που έθεσε ο Shankly ήταν η κατάκτηση του πρωταθλήματος. Χρειάστηκαν μόλις δύο σεζόν. Το 1964 το πρωτάθλημα επέστρεψε στο μεγάλο λιμάνι της Αγγλίας ενώ την επόμενη χρονιά δοκιμαζόταν στην Ευρώπη κάτι πρωτόγνωρο για αυτήν. Η διαδρομή της στο κύπελλο πρωταθλητριών ομάδων τελείωσε νωρίς αλλά η κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας έφερε χαμόγελα στο λιμάνι. Στον τελικό του Γουέμπλεϊ η Λίβερπουλ νίκησε τη Λιντς με 2-1 αλλά o Shankly ήθελε την ευρωπαϊκή καταξίωση. Το 1965 στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων απέναντι στην Ντόρτμουντ η Λίβερπουλ δεν κατάφερε να κερδίσει έναν ευρωπαϊκό τίτλο. Την περίοδο 1965-66 κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλήματος και μετά από εφτά πέτρινα χρόνια το κατέκτησε ξανά το 1973. Την ίδια χρονιά ήρθε η πολυπόθητη καταξίωση και στην Ευρώπη με την κατάκτηση του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Την αμέσως επόμενη χρονιά επανέκτησε το κύπελλο Αγγλίας μετά το θριαμβευτικό 3-0 επί της Νιούκαστλ στον τελικό και λίγο καιρό μετά τον τελικό ο Shankly σε συνέντευξη Τύπου ανακοίνωσε ότι θα αποσυρόταν από τα προπονητικά ηνία της ομάδας.
Η ευρωπαϊκή καταξίωση... 
Ο αντικαταστάτης του Shankly ήταν o παλαίμαχος ποδοσφαιριστής της Λίβερπουλ, Bob Paisley που δήλωνε τότε «Είμαι εδώ ως κατά συνθήκη προπονητής- δεν νομίζω να είμαι σε αυτή τη θέση για πολύ καιρό». Ο Paisley θα ταίριαζε απόλυτα στη διαφήμιση με την ατάκα «καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς». Ο Αγγλος στηρίχτηκε σε συστήματα του Shankly, για να μπορέσει η ομάδα να προχωρήσει. Το 1976 η Λίβερπουλ κατακτά το πρωτάθλημα αλλά και το κύπελλο ΟΥΕΦΑ για δεύτερη φορά. Τα καλύτερα όμως ήρθε έναν χρόνο μετά αφού ο τίτλος πήγε και πάλι στο «Άνφιλντ» ενώ προστέθηκε στη συλλογή των «κόκκινων» και το κύπελλο Πρωταθλητριών. Στη Ρώμη η Λίβερπουλ απέναντι στην πρωταθλήτρια Γερμανίας, Γκλάντμπαχ επικράτησε με 3-1. Το 1978 μπορεί το πρωτάθλημα χάθηκε από την Νότιγχαμ Φόρεστ αλλά το κύπελλο Πρωταθλητριών παρέμεινε στο «Άνφιλντ» καθώς στον τελικό που πραγματοποιήθηκε στο «Γουέμπλεϊ» νίκησε την Μπριζ με 1-0 με σκόρερ τον Νταλγκλίς. Το 1979 και το 1980 ο τίτλος στην Αγγλία βάφτηκε κόκκινος και το 1981 στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Παρίσι η Ρεάλ Μαδρίτης ηττήθηκε με 1-0 με τη Λίβερπουλ να βάζει στην τροπαιοθήκη της το τρίτο τρόπαιο πρωταθλητριών μέσα σε τέσσερα χρόνια. Αξιο αναφοράς είναι ότι η Λίβερπουλ από το 1980 ως και το 1984 κατακτούσε συνεχώς και το League Cup. 
Η μαγική χρονιά του 1984... 
Η μαγική χρονιά όμως ήταν την σεζόν 1983-84. Η ομάδα με προπονητή τον Joe Fagan κατέκτησε το πρωτάθλημα, το League Cup και το κύπελλο Πρωταθλητριών ομάδων. Στον ευρωπαϊκό τελικό η Λίβερπουλ νίκησε την Ρόμα με πέναλτι του Άλαν Κένεντι. Την επόμενη χρονιά οι «κόκκινοι» φτάνουν και πάλι ως το τέλος έχοντας ως αντίπαλο μια άλλη ιταλική ομάδα, τη Γιουβέντους, αλλά τότε γράφτηκε ένα από τα τραγικότερα δράματα στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Η «Κυρία» κατέκτησε το κύπελλο με ένα πέναλτι, που δεν έγινε ποτέ, του Μισέλ Πλατινί αλλά στις εξέδρες του Χέιζελ χάθηκαν 39 ζωές, κυρίως Ιταλών φιλάθλων. Μετά από αυτό το γεγονός η τότε πρωθυπουργός της Αγγλίας, Μάργκαρετ Θάτσερ αποφάσισε τον αποκλεισμό όλων των αγγλικών ομάδων από τα κύπελλα Ευρώπης για πέντε χρόνια. Λόγω των γεγονότων στο Βέλγιο αποσύρθηκε ο Fagan από προπονητής και πήγε σε άλλο πόστο με τον Νταλγκλίς να είναι παίκτης- προπονητής. Ο Νταλγκλίς κατάφερε την περίοδο 1985-86 να κάνει το νταμπλ ενώ ένας ακόμα τίτλος ήρθε το 1988.
To τελευταίο πρωτάθλημα... 
Σιγά-σιγά η τραγωδία του Χέιζελ ξεχνιόταν αλλά θα ερχόταν μία νέα μεγαλύτερη τραγωδία. Το 1989 στο γήπεδο Χίλσμπορο του Σέφιλντ, κατά τη διάρκεια του ημιτελικού του κυπέλλου Αγγλίας, σκοτώθηκαν 96 φίλοι της Λίβερπουλ. Αυτή η τραγωδία ήταν από τις μεγαλύτερες που βίωσε το σύγχρονο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Παρόλα αυτά η ομάδα ξεπέρασε και αυτό το σοκ και κατέκτησε το κύπελλο Αγγλίας. Ο Νταλγκλίς χάρισε το τελευταίο πρωτάθλημα στην Λίβερπουλ μέχρι σήμερα την περίοδο 1989- 90. Η αποχώρησή του το 1991 ήταν μία μεγάλη έκπληξη για τους παράγοντες της ομάδας.
Η σύγχρονη ιστορία...
Η καλύτερη χρονιά της ομάδας τα τελευταία χρόνια ήταν με προπονητή τον Ουγιέ με την κατάκτηση τριών τίτλων μέσα σε μία χρονιά. Ο πρώτος ήρθε τον Φεβρουάριο του 2001 στον τελικό του Λιγκ Καπ με αντίπαλο τη Μπέμιγχαμ και επικράτηση στα πέναλτι. Στη συνέχεια ήρθε και η κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας απέναντι στην Αρσεναλ ενώ τέσσερις μέρες μετά η Λίβερπουλ πήγε στο Ντόρτμουνντ για να αντιμετωπίσει στον τελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ την Αλαβές και επικράτησε με 5-4, σε έναν από τους καλύτερους τελικούς όλων των εποχών. Η χρονιά ολοκληρώθηκε με την 3η θέση στη Πρέμιερ Λιγκ ενώ ξεκίνησε ιδανικά και η νέα χρονιά με την καάκτηση στον τελικό του Τσάριτι Σιλντ επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αλλά και η νίκη στον τελικό του Σούπερ Καπ Ευρώπης απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου. Από το 2004 στο τιμόνι της Λίβερπουλ βρίσκεται ο Ράφα Μπενίτεθ. Ο Ισπανός δεν έχει καταφέρει να πάρει το πρωτάθλημα Αγγλίας αλλά ανέβασε τηους κόκκινους στην κορυφή της Ευρώπης. Ηταν το 2005 στο τελικό της Κωνσταντινούπολης όταν η κόκκινη αρμάδα έχανε από τη Μίλαν με 3-0 αλλά κατάφερε να ισοφαρίσει και να κατακτήσει το τρόπαιο στη διαδικασία των πέναλτι..
Οι τραγωδίες
Η ομάδα του Λάνκασαϊρ έχει συνδεθεί με δύο από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Η πρώτη έγινε στις 29 Μαΐου του 1985 όταν ο τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών μεταξύ της Λίβερπουλ και της Γιουβέντους στο «Χέιζελ» εξελίχθηκε σε μία τραγωδία άνευ προηγουμένου. 39 οπαδοί βρήκαν φρικτό θάνατο και εκατοντάδες τραυματίστηκαν. Η δεύτερη έγινε στο «Χίλσμπορο» στις 15η Απριλίου 1989 στο μεγάλο ημιτελικό του κυπέλλου Αγγλίας με τη Νότιγχαμ Φόρεστ στο Γήπεδο της Σέφιλντ όπου 96 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 766 τραυματίστηκαν.
 
Ο Ύμνος
Ο ύμνος της Λίβερπουλ, με τίτλο «You'll Never Walk Alone» θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά ποδοσφαιρικά τραγούδια και έχει συνδεθεί άμεσα με τα 96 θύματα του Χίλσμπορο. Την πατρότητα αυτού του τραγουδιού διεκδικούν αρκετοί φίλαθλοι άλλων ομάδων, όπως αυτοί της Σέλτικ και της Φούλαμ, όμως χωρίς αμφιβολία είναι το τραγούδι που έχει ταυτιστεί, πλέον, με τη Λίβερπουλ. Πρόκειται για ένα τραγούδι, που πρωτoακούστηκε στο μιούζικαλ «Carousel», που έγινε χιτ από το Τζέρι Μάρσντεν και τους «Pacemakers» από το Λίβερπουλ και που από την δεκαετία του '60 αποτελεί το τραγούδι-σύμβολο για το Ανφιλντ. 
You'll Never Walk Alone 
When you walk through a storm
Hold your head up high,
And don't be afraid of the dark.
At the end of a storm,
There's a golden sky,
And the sweet silver song of a lark.
Walk on through the wind, Walk on through the rain,
Though your dreams be tossed and blown...
Walk on, walk on, with hope in your heart,
And you'll never walk alone... You'll never walk alone.
Walk on, walk on, with hope in your heart,
And you'll never walk alone...
You'll never walk alone.
Τα ρεκόρ 
Ρεκόρ Προσέλευσης Θεατών : 61,905 με Γουλβς Wolves, 4ος γύρος Κυπέλου στις 2-2-1952 
Ρεκόρ νίκης σε αγώνα Πρωταθλήματος : 10-1 με Ρόδεραμ, Β Κατηγορία στις 18-2-1896 
Ρεκόρ νίκης σε διοργάνωση κυπέλου : 11-0 με Στρόμσγκοντσετ, Κύπελλο κυπελλούχων, 1ος γύρος, 1ο παιχνίδι στις 7-9-1974 
Περισσότερα γκολ σε μία σεζόν : 106, Β Κατηγορία το 1895-96 
Περισσότερα γκόλ πρωταθλήματος από παίκτη σε μία σεζόν : 41, R. Hunt το 1961-62 
Περισσότερα γκόλ πρωταθλήματος από παίκτη σε σύνολο : 245, R. Hunt απο το 1959 μέχρι το 1969 
Περισσότερες συμμετοχές στο πρωτάθλημα : 640 I. Callaghan απο το 1960 μέχρι το 1978
Οι Τίτλοι
Πρέμιερ Λιγκ (18)
1901, 1906, 1922, 1923, 1947, 1964, 1966, 1973, 1976, 1977, 1979, 1980, 1982, 1983, 1984, 1986, 1988, 1990

Κύπελλο Αγγλίας- FA CUP (7)
1965, 1974, 1986, 1989, 1992, 2001, 2006

Λιγκ Καπ Αγγλίας (8)
1981, 1982, 1983, 1984, 1995, 2001, 2003, 2012 
FA Charity / Community Shield (15)
1964, 1965, 1966, 1974, 1976, 1977, 1979, 1980, 1982, 1986, 1988, 1989, 1990, 2001, 2006

UEFA Champions League (5)
1977 3-1 εναντίον της Borussia Monchengladbach
1978 1-0 εναντίον της Club Brugge
1981 1-0 εναντίον της Real Madrid
1984 1-1 (4-2 στα πέναλτι) εναντίον της AS Roma
2005 3-3 (3-2 στα πέναλτι) εναντίον της AC Milan

Κύπελλο UEFA (3)
1973, 1976, 2001

Ευρωπαικό Σούπερ Καπ (3)
1977, 2001, 2005

Κλονίζεται η «συμμαχία των 12» της Λίγκας



Κλονίζεται η «συμμαχία των 12» της Λίγκας


Κλονίζεται η «συμμαχία των 12» της Λίγκας

Αρνητική κατάληξη φαίνεται πως θα έχει η άτυπη συμμαχία των 12 μικρομεσαίων ομάδων της Σούπερ Λίγκας, ύστερα από την απόφαση του Γιώργου Στράτου να μην υπογράψει την αναδιανομή των τηλεοπτικών εσόδων. 
Αντιδράσεις προκαλεί η απόφαση του Γιώργου Στράτου να μην υπογράψει την απόφαση των μικρομεσαίων ομάδων της Σούπερ Λίγκας για την αναδιανομή των τηλεοπτικών εσόδων κι αυτό γιατί αντιβαίνει στο καταστατικό του συνεταιρισμού. 

Όπως γράφει σήμερα η Live Sport, η συγκεκριμένη εξέλιξη προκαλεί ρήγματα στη «συμμαχία των 12», η οποία ενδέχεται να ολοκληρωθεί πρόωρα λόγω της παραπάνω εξέλιξης. 

Αρνητικοί για την αναδιανομή είναι ο Παναθηναϊκός (που είχε θέσει κάποιες προϋποθέσεις) και ο Ολυμπιακός μαζί με τον ΠΑΟΚ. 

Σύμφωνα με την απόφαση του Δ.Σ. η διαμονή των τηλεοπτικών θα γινόταν κατά 40% ισομερώς και κατά 60% ανάλογα με τη βαθμολογική κατάταξη. Μάλιστα, είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο η υπόθεση να οδηγηθεί στα δικαστήρια, αφού τα χρήματα είναι αρκετά και πλέον τίθεται θέμα επιβίωσης για ορισμένες ΠΑΕ. 

Αν τελικά ο Γιώργος Στράτος υπέγραφε την απόφαση, τότε οι μικρομεσαίες ομάδες θα έβαζαν στα ταμεία τους ένα ποσό που θα έφτανε τις 300-350.000 ευρώ, την ώρα που οι μεγάλοι σύλλογοι θα έχαναν περίπου 1,5 εκατ. ευρώ!

Η Super League θέλει δομικές αλλαγές και όχι ξένες... κόπιες

Οι περισσότερες ομάδες στην Λίγκα θεωρούν πως ο Συνεταιρισμός θέλει δραστικές αλλαγές στις δομές του και όχι μη εφαρμόσιμα projects από το εξωτερικό.
Η λέξη Συνεταιρισμός από μόνη της σημαίνει συνεργασία και σύμπνοια. Η Super League ως Οργανισμός και διοργανώτρια Αρχή έχει χάσει αυτό το στοιχείο προ πολλού.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων υπάρχουν απλώς αντιμαχόμενα... στρατόπεδα μέσα στην Λίγκα. Ποιοι θα συστρατευθούν με ποιους και ποιοι θα... επιτεθούν σε ποιους...
Οι πιο πολλές ομάδες νιώθουν πως η Λίγκα έχει μεγάλη ανάγκη από ουσιαστικές και δομικές αλλαγές. Πως έχει χάσει τον σκοπό της ίδρυσής της και την ταυτότητά της.
Πως ουσιαστικά χρειάζεται ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την ίδρυση, τον σκοπό, την οργάνωση, τη λειτουργία, τον έλεγχο και τις ποινές των ΠΑΕ. Κάτι πιο σύγχρονο και παραγωγικό. Σε αυτήν την βάση η Λίγκα λοιπόν θα πρέπει να φτάσει στο σημείο να μπορεί να κάνει τα βασικά. Να είναι σε θέση να εφαρμόζει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των ομάδων και να εφαρμόζει τα λεχθέντα σε ανακοινώσεις της.
Θυμίζουμε ξανά πως πέραν των ανοιχτών... μετώπων και των διαφωνιών εντός της Λίγκας έχουμε φτάσει στο σημείο ομάδες να βγαίνουν μετά από ανακοινώσεις της διοργανώτριας Αρχής και να διαφωνούν δημόσια. Και προφανώς υπάρχουν και σύλλογοι που φαίνεται να θέλουν σκοπίμως να δημιουργείται περίεργο κλίμα και διχόνοια. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η νέος τρόπος κατανομής των τηλεοπτικών εσόδων που είχε συμφωνηθεί από το περασμένο καλοκαίρι για να βοηθηθούν οι μικροί του πρωταθλήματος ωστόσο τελικώς δεν τηρείται. Κάτι που έχει επιφέρει έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης. Οι μικρομεσαίοι νιώθουν διαρκώς πως... πνίγονται οικονομικά. Συνεταιρισμός όπου οι εταίροι και υποτιθέμενοι συνεργάτες δεν συναινούν ούτε στα βασικά δεν είναι Συνεταιρισμός.
ΕΙΝΑΙ ΥΛΟΠΟΙΗΣΙΜΑ ΑΥΤΑ ΤΑ PROJECTS;
Η αντιγραφή, έστω, ανάλογων τρόπων διεξαγωγής πρωταθλημάτων των ανεπτυγμένων ποδοσφαιρικά χωρών πόσο εφικτή για την Λίγκα είναι; Υπάρχει αυτήν την στιγμή το ανάλογο δυναμικό στην διοργανώτρια Αρχή για να υποστηρίξει τις εκδοχές που προτείνονται; Πόσο αισιόδοξος μπορεί να είναι κανείς όταν και φέτος έχει επικρατήσει ένα... μπάχαλο άνευ προηγουμένου στον προγραμματισμό και με... χρωστούμενες ήδη τρεις αγωνιστικές; Σε αυτήν την φάση λοιπόν η Λίγκα θέλει δομικές αλλαγές και όχι ξένες... κόπιες...

ΤΑΚΗΣ ΠΑΡΑΦΕΣΤΑΣ - Ο αρχηγός





Takis Parafestas
Personal information
Full nameDimitrios Parafestas
Date of birth16 August 1953 (age 63)
Place of birthLarissa, Greece
Playing positionDefender
Senior career*
YearsTeamApps(Gls)
1978–1987AEL246(4)
National team
1984Greece1(0)
* Senior club appearances and goals counted for the domestic league only.